ΘΕΣΣΑΛΩΝ ΥΓΕΙΑ

Διαβήτης: Τι έδειξαν τρεις ελληνικές μελέτες

Πάνω από ένα εκατομμύριο Έλληνες πάσχουν από διαβήτη, με το 96% να είναι τύπου 2, σύμφωνα με στοιχεία της ΗΔΙΚΑ, οι γιατροί εκτιμούν ότι ένα επιπλέον 3% παραμένει είτε αδιάγνωστο, είτε δεν λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Διαβήτη εκτιμά ότι στην Ελλάδα, το 2017 τα διαγνωσμένα περιστατικά ασθενών με διαβήτη ήταν 578.300 και έως το 2045, αναμένεται να αυξηθούν σε 649.400.

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 (ΣΔτ2) έχει λάβει διαστάσεις «επιδημίας» σε παγκόσμιο επίπεδο. Το αυξανόμενο προσδόκιμο επιβίωσης και ο τρόπος ζωής, σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα, είναι υπεύθυνα για την αύξηση του αριθμού των ατόμων με ΣΔ τύπου 2. Σε 425 εκατομμύρια ανέρχονται οι ενήλικες πάσχοντες, ενώ μέχρι το 2030 αναμένεται να φτάσουν στα 522 εκατομμύρια. Ανησυχητικό είναι και το γεγονός ότι ένα στα δύο άτομα με ΣΔ (212 εκατομμύρια) παραμένουν αδιάγνωστοι. Παράλληλα περισσότερα από ένα εκατομμύριο παιδιά και έφηβοι, πάσχουν από ΣΔτ1. Τα 2/3 των ατόμων με ΣΔ βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία (327 εκατομμύρια). Το 2017, ο ΣΔ προκάλεσε 4 εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως ενώ οι δαπάνες για νοσηλεία/θεραπείες ξεπέρασαν τα 727 δισεκατομμύρια δολάρια. Ο ΣΔ αποτελεί ένα από τα συχνότερα αίτια καρδιακής νόσου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, απώλειας όρασης, νεφρικής ανεπάρκειας και ακρωτηριασμού κάτω άκρων.

Τρεις ελληνικές μελέτες αναδεικνύουν τα προβλήματα της διαχείρισης των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 στην Ελλάδα, με τον κ. Νικόλαο Τεντολούρη, καθηγητή Παθολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας να σημειώνει ότι «αν δεν υπήρχε ο φόβος της υπογλυκαιμίας, όλοι οι πάσχοντες από διαβήτη θα ήταν ρυθμισμένοι».

Πράγματι ο φόβος της υπογλυκαιμίας είναι η βασική αιτία που δύο στους τρεις ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2) ενώ βρίσκονται σε θεραπεία, παραμένουν αρρύθμιστοι για περισσότερο από τρεις μήνες.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου ο κ. Νικόλαος Τεντολούρη και κ. Βασίλης Τσιμιχόδημος, επίκουρος καθηγητής Παθολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, παρουσίασαν τις μελέτες RELOAD, ADVICE και RECAP, που χαρτογραφούν την διαχείριση του σακχαρώδους διαβήτη μέσα από την καθημερινή κλινική πράξη.

Η RELOAD είναι μια πολυκεντρική, αναδρομική, επιδημιολογική μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε διάστημα ≥24 μηνών, με στόχο την αξιολόγηση του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με ΣΔτ2 που λαμβάνουν μονοθεραπεία με μετφορμίνη στη μέγιστη ανεκτή δόση. Στη μελέτη συμμετείχαν 316 ασθενείς από 18 κέντρα.

Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι σχεδόν τα 2/3 των ασθενών με ΣΔτ2 που λαμβάνουν μονοθεραπεία με μετφορμίνη στη μέγιστη ανεκτή δόση δεν πετυχαίνουν τον γλυκαιμικό στόχο για γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) <6,5%. Επιπλέον, οι ασθενείς που δεν ρυθμίζονται στη μονοθεραπεία με μετφορμίνη, παραμένουν σε υψηλές τιμές HbA1c για μεγάλες περιόδους και η εντατικοποίηση της θεραπείας καθυστερεί, καθώς σχεδόν το 50% των ασθενών παραμένουν σε τιμές HbA1c ≥7%, 9 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας με μετφορμίνη.

Η RECAP μια πολυκεντρική, αναδρομική μελέτη παρατήρησης, εστίασε στην αξιολόγηση του επιπολασμού των υπογλυκαιμιών και τον αντίκτυπό τους στη γλυκαιμική ρύθμιση των διαβητικών ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με σουλφονυλουρίες σε πραγματικές συνθήκες. Στη μελέτη συμμετείχαν 33 κέντρα σε όλη την επικράτεια και συμπεριλήφθηκαν 383 ασθενείς με ΣΔτ2 που λάμβαναν σουλφονυλουρία είτε ως μονοθεραπεία είτε συνδυαστικά με μετφορμίνη.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 43% των ασθενών ανέφεραν υπογλυκαιμικό επεισόδιο τους τελευταίους 6 μήνες πριν την ένταξή τους στη μελέτη, ενώ ταυτόχρονα, σχεδόν το 60% των ασθενών δεν πέτυχαν το γλυκαιμικό στόχο για γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) <7%. Επίσης, φάνηκε ότι η παρουσία υπογλυκαιμίας ως ανεπιθύμητης ενέργειας και η σοβαρότητά της συσχετίστηκαν με μειωμένη ποιότητα ζωής, φόβο υπογλυκαιμίας καθώς και μειωμένη συμμόρφωση στη θεραπεία. Συνολικά, τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η μείωση της συχνότητας εμφάνισης και σοβαρότητας των υπογλυκαιμικών επεισοδίων θα μπορούσε να οδηγήσει σε βελτιωμένες κλινικές εκβάσεις, οι οποίες με τη σειρά τους θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου και κατ’ επέκταση στην καλύτερη διαχείριση της νόσου συνολικά.

Η ADVICE αποτελεί μία μη παρεμβατική, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη ανά συστάδες μελέτη που αξιολόγησε την επίδραση της συστηματικής εκπαίδευσης του ασθενούς και των προγραμμάτων υποστήριξης στην αυτοαναφερόμενη συμμόρφωση στη θεραπεία για τον ΣΔτ2 σε ασθενείς στην Ελλάδα. Στη μελέτη συμμετείχαν 457 ασθενείς σε συνολικά 45 κέντρα (22 κέντρα στην ομάδα εμψύχωσης και 23 κέντρα στην ομάδα ελέγχου).

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα, η συστηματική εκπαίδευση του ασθενούς και τα προγράμματα υποστήριξης για την διαχείριση του ΣΔτ2 μπορούν να συνεισφέρουν σημαντικά στη βελτίωση της συμμόρφωσης στη θεραπεία. Επιπλέον, στους ασθενείς της ομάδας εμψύχωσης παρατηρήθηκε μεγαλύτερη μέση βελτίωση της HbA1c, σημαντική βελτίωση στις συνήθειες αναφορικά με τη σωματική άσκηση και σημαντικά μεγαλύτερη ικανοποίηση από την θεραπεία σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.

Οι κ.κ. Τεντολούρης και Τσιμιχόδημος σχολιάζοντας τα αποτελέσματα και των τριών μελετών εξήγησαν ότι ουσιαστικά αυτό που δείχνουν είναι ότι ο ασθενής θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά ως προς τη συμμόρφωση στη φαρμακευτική αγωγή, ενώ και η HbA1c θα πρέπει να αξιολογείται κάθε 3 μήνες και όταν δεν επιτυγχάνεται η επιθυμητή γλυκαιμική ρύθμιση πρέπει να γίνεται τροποποίηση στη θεραπεία.

Σύμφωνα με τους ειδικούς στην επιλογή των φαρμάκων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά των φαρμάκων και τα οφέλη, καθώς και οι κίνδυνοι που προκύπτουν από τη χορήγησή τους. Δεν είναι απαραίτητη η χορήγηση αντιδιαβητικών φαρμάκων σε άτομα με νεοδιαγνωσθέντα σακχαρώδη διαβήτη, όταν τα υγιεινοδιαιτητικά μέτρα είναι αποτελεσματικά και επιτυγχάνονται οι στόχοι της γλυκαιμικής ρύθμισης

 

Για την αντιμετώπιση της υπεργλυκαιμίας στο ΣΔτ2 τα θεραπευτικά βήματα που πρέπει να ακολουθούνται είναι:
α) υγιεινοδιαιτητικά μέτρα,
β) μονοθεραπεία με μετφορμίνη,
γ) συνδυασμός δύο θεραπειών: μετφορμίνη και άλλη μια κατηγορία και
δ) συνδυασμός τριών θεραπειών: μετφορμίνη και δύο ακόμα κατηγορίες.